«Μητέρα Ευρώπη»


Γράφει η Εκάτη:

Τα πέντε κορίτσια σφίχτηκαν το ένα δίπλα στο άλλο, από φόβο και κρύο, ήταν τρομοκρατημένα από το συνεχές ξύλο και τις απειλές, όσο για τα κουρέλια που φορούσαν δεν μπορούσαν να τις προφυλάξουν από το την υγρασία του υπογείου όπου τις είχαν κλειδώσει.

Ήταν και οι πέντε όμηροι μιας ληστοσυμμορίας που είχε συσταθεί εδώ και αρκετά χρόνια με σκοπό να λυμαίνεται τα πλούτη των άλλων, υφαρπάζοντάς τα με προφάσεις ότι χρωστούσαν υπέρογκα ποσά τάχα σε δάνεια, με τοκογλυφικά επιτόκια βεβαίως. Τα θύματα, σαστισμένα πολλές φορές από το κύρος και την ευγλωττία των κακοποιών, που κυκλοφορούσαν με περγαμηνές και πτυχία οικονομικών και άλλων συναφών επιστημών, πασπαλισμένα με την απαραίτητη επιτήδευση και αλαζονεία, προσπαθούσαν στην αρχή να θυμηθούν αν και πότε είχαν πάρει ένα τέτοιο δάνειο, και με τι όρους, στη συνέχεια, όμως, όταν άρχιζαν αν καταφθάνουν το ένα μετά το άλλο ραβασάκια με υπενθυμίσεις για καταβολή της δόσης, και ενώ τους ξεφώνιζε νυχθημερόν η τηλεόραση, με τους παγκοσμίου φήμης δημοσιογράφους και οικονομικούς αναλυτές της, πείθονταν στο τέλος, από την αφόρητη πίεση, ότι «μάλλον έτσι ήταν, είχαν πάρει ένα δάνειο κάποια στιγμή και τώρα είχε έρθει η στιγμή να το αποπληρώσουν».

Το ίδιο συνέβη και με αυτά τα κορίτσια που, από πολύ παλιά, κάποιες δε από αρχαιοτάτων χρόνων, είχαν μπει στα βάσανα, αναγκαζόμενες να δουλεύουν σκληρά για να βοηθήσουν το σπίτι τους, η μια το νεοκλασικό της ή άλλη τη χασιέντα της και η παράλλη το παλάτσο της, ενώ πολλές φορές η ζωή τους τα έφερνε άσχημα και στραβά και έμπλεκαν σε εχθροπραξίες με γείτονές και αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους ή άλλες φορές τα ίδια τους τ’ αδέρφια, προσπαθώντας να τους πάρουν το σπίτι, κατέστρεφαν στο τέλος όλη την πατρική περιουσία και έπρεπε να ξενιτευτούν για να βγάλουν τα προς το ζην και να ταΐζουν τους γονείς που είχαν μείνει πίσω.

Αυτή ήταν η ζωή και η πορεία των πέντε κοριτσιών, βασανισμένη και δύσκολη, για άλλες περισσότερο για άλλες λιγότερο, δεν ήταν και λίγες οι φορές που είχαν πεινάσει πραγματικά ή που τις είχαν κακομεταχειριστεί, αλλά, πάντα, κατάφερναν να επιβιώνουν και να στέκονται στα πόδια τους.

Μέχρι..

τη μέρα που τις μάζεψαν και τις πέντε σε ένα ωραίο σαλονάκι,

οι άσπονδοι εχθροί τους μεταμφιεσμένοι σε συμμάχους και φίλους,

χαμογέλαγαν δόλια και έβγαζαν καρνέ επιταγών δίνοντάς τους

χρήματα για να επισκευάσουν τα κατεστραμμένα τους σπίτια,

που αυτοί (οι άσπονδοι εχθροί) είχαν πρωτύτερα καταστρέψει ή είχαν γίνει

αφορμή και αιτία να καταστραφούν,

ενώ μέσα τους σκέφτονταν πώς θα βάλουν χέρι στις οικονομίες τους και τον πατρογονικό πλούτο που αναπαυόταν κάτω από τη γη,

και κάποια στιγμή εκεί που όλοι τις παίνευαν ψεύτικα

«πώς ψήλωσες, πώς ομόρφυνες, τι ωραία που έφτιαξες το σπιτάκι σου,

έκανες και επέκταση βλέπω,

με σάουνα, γυμναστήριο και τζακούζι, πήρες και δυο τρία αυτοκινητάκια,

να τα χαίρεσαι κούκλα μου»,

άρχισαν να τις έδειχναν με το ένα δάχτυλο (και το δεύτερο να έχει ήδη πάρει θέση στη σκανδάλη) και τις λοιδορούσαν «τεμπέλες, χαραμοφάισες, ανίκανες, ανεπρόκοπες, σπάταλες, βρωμερές και τρισάθλιες».

Τα κορίτσια τρόμαξαν, σάστισαν, τα έχασαν «γιατί τι έκανα;», ψέλλισαν.

«Εσύ», έδειχναν τη μία, έχεις ένα τεράστιο σπίτι και έχεις πολλά έξοδα για τη συντήρηση του, γι’ αυτό θα σου πάρουμε τα τρία τέταρτα για να περιορίσεις τις σπατάλες και θα το νοικοκυρέψεις απολύοντας τους ανθρώπους που έχεις στη δούλεψή σου».

«Κι εσύ», έδειχναν την άλλη με τα δάχτυλά τους ίδια με λουκάνικα από κρέας αλόγου. «έχεις ένα πλυντήριο που ξεπλένει όχι μόνο τη δική σου τη μπουγάδα αλλά και άλλων, και φυλάς τα χρήματά τους σ’ ένα υπερβολικά μεγάλο χρηματοκιβώτιο, το οποίο καλό θα είναι να μικρύνει. Γι’ αυτό θα στο κόψουμε στα τρία με αλυσοπρίονο και ο,τι έχει μέσα θα στο κατάσχουμε, για το καλό σου φυσικά, για να σε συνετίσουμε».

Αργά ή γρήγορα, εξαρτάτο από την περίπτωση, οι ληστοσυμμορίτες τους άδειασαν τα σπίτια, δήμευσαν τα υπάρχοντά τους στο όνομα του «χρέους», τις πέταξαν έξω και έβαλαν μια πινακίδα «Πωλείται».

Όταν τα κορίτσια άρχισαν να πεινάνε, η ληστοσυμμορία τους πέταγε κάτι ψίχουλα για να ψευτοσυντηρούνται, και όταν αυτές προσπάθησαν κάπως να διαμαρτυρηθούν, ξεκίνησαν το ξύλο, οι απειλές και η συστηματική τρομοκράτηση «σκάσε γιατί θα σου κάνω χειρότερα».

Και τα χειρότερα ήταν ότι τις έκλεισαν σε ένα μπουντρούμι, το δέρμα τους ήταν γεμάτο εκδορές από το ξύλο που έτρωγαν και στα στόματά τους υπήρχαν κενά από δόντια που έλειπαν.

«Μητέρα», φώναζαν με όση φωνή τους απέμενε.

«Μητέρα, βοήθησέ μας»

«Μητέρα, ακούς;».

Η μητέρα τους, που ονομαζόταν Ευρώπη, δεν μπορούσε να τις ακούσει, δεν μπορούσε να τις βοηθήσει.

Γιατί βρισκόταν αναίσθητη και σε κόμμα λίγα κελιά παραπέρα.

Μια από τις άλλες Ευρωπαίες συγγενείς, χοντρή και ογκώδης με ένα μούτρο στιγματισμένο από κακία, αφού είχε με δόλο παρασύρει την Ευρώπη στο υπόγειο και την κλείδωσε σ’ ένα ανήλιαγο κελί, της είχε καταφέρει ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι με το ρόπαλό της (στολισμένο με ρουνικά εγχάρακτα) που την άφησε σε βαθύ και παρατεταμένο κόμμα.

«Μητέρα!», ακούστηκε ξέπνοο το κλάμα τους.

Η χοντρή, απεχθής συγγενής χαμογέλασε με μοχθηρία και ανέβηκε τα σκαλιά για το ισόγειο.

Προς το παρόν είχε επιτύχει τους σκοπούς της.

Προς το παρόν.

πηγη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Ελάτε στην Παρέα μας ! Enter your email !

    Μαζί με 85.306 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: