Καζάκης: Τι σχέση έχει η Παπαρήγα και το ΚΚΕ με Μαρξ και Ενγκελς;


Η κ. Παπαρήγα δεν παύει να μας ξαφνιάζει, αν και έχουμε μάθει να περιμένουμε τα χειρότερα απ’ αυτήν και την ομάδα της. Το κόμμα του οποίου ηγείται σήμερα μπορεί να φέρει τα σύμβολα του πάλαι ποτέ κομμουνιστικού κινήματος, μιας και η εντεταλμένη αποστολή της είναι να τα ξεφτιλίσει στα μάτια της κοινωνίας ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κρύψει ότι πρεσβεύει μια τυπική παραθρησκευτική οργάνωση της πολιτικής» γράφει ο καθηγητής Δημήτρης Καζάκης.

Με τίτλο «Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψείας» ο καθηγητής γράφει στον ιστότοπό του:

«Ιδού πώς αντιλαμβάνεται τις διαφωνίες από μέλη του κόμματός της:

«Η πιο ουσιαστική κριτική και βαθιά είναι όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος. Γιατί τότε μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά, όχι αυτός που διαφωνεί, αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί να κρίνει γιατί κυριαρχεί η διαφωνία του. Κρίνει με βάση τη διαφωνία του. Αντίθετα, αυτός που συμφωνεί με τη στρατηγική, μπορεί να γίνει ο πιο σκληρός κριτής και του συγκεκριμένου καθοδηγητή και της ΚΕ. Γιατί έχει τη δυνατότητα και μπορεί να κρίνει αν ο καθοδηγητής στο κάτω κάτω τον καθοδηγεί και σωστά. Αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί». …

Μόνο όταν συμφωνείς μπορείς να ασκήσεις κριτική! Γιατί; Διότι η «στρατηγική του Κόμματος» (προσέξτε την θεολογική αποτύπωση της έννοιας του κόμματος με το «κ» κεφαλαίο) δεδομένη εκ θεού, μία και μόνη, έτοιμη εκ προοιμίου επιδέχεται μόνο εφαρμογή και όχι βεβαίως κριτική επί της ουσίας της. Επομένως η μόνη δυνατή κριτική που μπορεί να ασκηθεί είναι εκείνη που αποτρέπει την «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής. Δεν επιτρέπεται ούτε καν να σκεφτεί κανείς το κατά πόσο μια «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής δεν οφείλεται στην «κακή» καθοδήγηση, ή σε λάθη πρακτικής, αλλά στην ίδια την ουσία της στρατηγικής.

Έτσι η κ. Παπαρήγα διαγράφει με μια μονοκονδυλιά ολόκληρη την μακρόχρονη ιστορία επικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν όλα τα κοινωνικά κινήματα και πρωτίστως αυτό του οποίου τα σύμβολα καπηλεύεται. Απευθύνεται βέβαια είτε σε βαθιά πορωμένα άτομα, είτε σε πανηλίθιους, που διακρίνονται πρωτίστως για την τυφλή τους πίστη και όχι για την γνώση, για την συνείδηση που κατακτάς με την θεωρία όταν την δοκιμάζεις ανελέητα στην πράξη έχοντας ξεκάθαρο ότι δεν οφείλεις κανενός είδους αφοσίωση και υποταγή σε κανέναν παρά μόνο στην αληθινή ζωή που δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, ούτε μπορεί ποτέ να αποτυπωθεί με μια και μόνη στρατηγική, όσο ευφυής κι αν είναι. Εκτός βέβαια κι αν είναι θεολογικό δόγμα.

Δυστυχώς, τόσο η κ. Παπαρήγα, όσο και οι οπαδοί της δεν είναι καν σε θέση να γνωρίζουν ότι η στρατηγική ενός κινήματος και πρωτίστως ενός κινήματος που υπόσχεται να ανατρέψει τα πάντα εκ βάθρων, είναι και οφείλει να είναι προνομιακό πεδίο ανοιχτής ζύμωσης όπου οι διαφωνίες και οι αναμετρήσεις είναι αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη. Πώς αλλιώς μπορεί η στρατηγική να προσαρμόζεται στην πραγματική ζωή και στις αληθινές συνθήκες των κοινωνικών αγώνων και της ταξικής πάλης; Μήπως με φετβά και όρντινα της εκάστοτε ηγεσίας;

Η κ. Παπαρήγα έχει μετατρέψει την «στρατηγική του κόμματος» σε ένα θεολογικό δόγμα, σε θεωρία αποκάλυψης της μίας και μοναδικής αλήθειας κατά τας Γραφάς των οποίων η ερμηνεία ανήκει πάντα και αποκλειστικά στο Ιερατείο.

Αυτό που αντιλαμβάνεται Επομένως η μοναδική κριτική που αποδέχεται εντός του κόμματος είναι μόνο εκείνη που ασκείται για την παραβίαση του δόγματος. Είναι η «κριτική της πράξης», όπως έλεγαν παλιά οι φασίστες του Μουσολίνι που αποτελεί εκδήλωση της απόλυτης αφοσίωσης και της πίστης στη μία και μόνη «στρατηγική του κόμματος» καταγγέλλοντας όλους τους διαφωνούντες ως σαμποταριστές, διαστρεβλωτές, εχθρούς με μια λέξη αιρετικούς με το ίδιο πάθος και μένος του συνειδητού ρουφιάνου που νιώθει ως χρέος του να καταδώσει ακόμη και τους πιο κοντινούς του όταν διαπιστώνει ότι η τυφλή πίστη στην Υπέρτατη Αλήθεια, που αντιπροσωπεύει η μόνη και αμετάλλακτη «στρατηγική του κόμματος», αρχίζει να υστερεί. Μόνο αυτή την κριτική, δηλαδή την κριτική του ρουφιάνου, αποδέχεται η κ. Παπαρήγα. Καμιά άλλη.

Ο κομουνιστής κατά το ευαγγέλιο της κ. Παπαρήγα πρέπει να διαθέτει όλα τα τυπικά προσόντα του προσήλυτου. Δεν έχει ανάγκη να σκέφτεται ελεύθερα, ούτε να μελετά σε βάθος την ζωντανή πραγματικότητα για να σχηματίσει άποψη. Αρκεί να μηρυκάζει τις σιδερένιες νομοτέλειες του κομματικού ευαγγελίου. Είναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε, όπως έξυπνα ονόμασε το αξιόλογο βιβλίο του ο Νίκος Μπογιόπουλος, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει πιο ηλίθιος σ’ αυτή την ζωή από εκείνον που αρκείτε να παπαγαλίζει το «αυτός είναι ο καπιταλισμός» κάθε φορά που καλείται από τα ίδια τα πράγματα να αναλύσει και να κατανοήσει την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πιο ηλίθιος από εκείνον που αντικαθιστά την μελέτη του αληθινού καπιταλισμού όπως αυτός συγκροτείται σε κάθε ιστορική συγκυρία με την βαρετή επανάληψη κλισέ που όταν καν γνωρίζει το τι σημαίνουν. Μεγιστοποίηση του κέρδους, πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, πλουτοκρατία, εργατική τάξη, υπεραξία και μερικά ακόμη που συνθέτουν όχι επιστημονικά εργαλεία ακριβείας για την ανίχνευση της πραγματικότητας, αλλά απλοϊκές ρετσέτες που συνθέτουν το «πιστεύω» ενός πνευματικά καθυστερημένου που ξέρει μόνο στο κομματικό πίστευε και μη ερεύνα.

Αυτός είναι ο «ορθόδοξος» κομμουνιστής σήμερα εσοδείας Παπαρήγα. Τα γεγονότα πάνω στα οποία ο «ορθόδοξος» στηρίζει τα συμπεράσματά του δεν είναι ανάγκη να προέρχονται από δική του παρατήρηση και πείρα, ούτε βέβαια από την γνώση και την επιστήμη, αλλά από την «αγία γραφή» του. Το υπέρτατο προσόν ενός κομματικού σήμερα δεν διαφέρει από αυτό ενός φανατικού: «Τόσο πολύ πρέπει να πιστεύουμε στο λόγο που μας αποκαλύπτει η γραφή, ώστε εγώ, αν όλοι οι άγγελοι του ουρανού κατέβαιναν σε μένα για να μου πουν άλλα, θα έκλεινα τα μάτια μου και θα βούλωνα τα αυτιά μου – δεν αξίζουν ούτε να τα δει ούτε να τ’ ακούσει κανείς», όπως απαιτούσε ο Λούθηρος[2] από τους πιστούς του και το τηρούν κατά γράμμα οι πιο πιστοί οπαδοί του σημερινού ΚΚΕ. Τα λόγια της κ. Παπαρήγα και της ομάδας της μοιάζουν σαν απόηχος της διδασκαλίας του Ραβίνου Ιάκωβου τον πρώτο αιώνα μετά την γέννηση του Χριστού: «Όποιος ξεφεύγει από το δρόμο και ξεχνάει τη μελέτη της Γραφής και λέει ‘τι ωραίο είναι αυτό το δέντρο’, ‘τι ωραίο είναι αυτό το οργωμένο χωράφι’, αμαρταίνει ενάντια στην ίδια του την ψυχή.»[3] Ή του Ντέιβιντ Χιουμ ο οποίος διηγείται την περίπτωση ενός μοναχού, ο οποίος, «επειδή από τα παράθυρα του κελιού του είχε μια υπέροχη θέα, έκλεισε με τα μάτια του μια συμφωνία, να μη στραφούν ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση, ή να νιώσουν μια τέτοια αισθητική απόλαυση.»

Η ικανότητα του «ορθόδοξου» να κλείνει τα μάτια του και να βουλώνει τ’ αυτιά του μπροστά σε γεγονότα που δεν αξίζουν να τα δει και να τα ακούσει κανείς, είναι γι’ αυτόν ανεκτίμητη πηγή δύναμης και σταθερότητας. Οι κίνδυνοι δεν τον τρομάζουν, τα εμπόδια δεν τον αποκαρδιώνουν, οι αντιφάσεις δεν τον κλονίζουν, γιατί πολύ απλά αρνείται την ύπαρξή τους. Η δύναμη της πίστης δείχνεται, όπως έγραφε ο Μπρεξόν, όχι στο ότι μετακινεί τα βουνά, αλλά στο ότι δε βλέπει τα βουνά που πρέπει να μετακινηθούν.[5] Η βεβαιότητα του αλάνθαστου δόγματός του είναι αυτό που κάνει τον «ορθόδοξο» άτρωτο απ’ όλες τις αβεβαιότητες, τις εκπλήξεις και τις δυσάρεστες αλήθειες της ζωντανής πραγματικότητας και της αληθινής κίνησης της ζωής.

Γι’ αυτό ένα δόγμα, όπως η «στρατηγική του Κόμματος» κατά την κ. Παπαρήγα, δεν μπορεί να κρίνεται από το περιεχόμενό του σε αλήθεια, βάθος και εγκυρότητα, αλλά από την αποτελεσματικότητα του στην απομόνωση του κομματικού από τον ίδιο του τον εαυτό και από το κοινωνικό περιβάλλον. Για την «στρατηγική του Κόμματος» ισχύει ότι λέει ο Πασκάλ για μια αποτελεσματική θρησκεία, που ισχύει πάντα για κάθε αποτελεσματικό δόγμα, πρέπει «να αντιφάσκει στη φύση, στην κοινή λογική και στην ευχαρίστηση.»[6] Κι έτσι οι πιστοί καλούνται συνεχώς να αναζητούν την απόλυτη αλήθεια με την καρδιά τους και όχι με την λογική. Η κατοχή της απόλυτης αλήθειας δίνει την αίσθηση ακόμη και στον ηλίθιο ότι κατέχει την αιωνιότητα. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις και τίποτε που να μην είναι γνωστό.

Όλες οι ερωτήσεις έχουν ήδη απαντηθεί, όλες οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, όλες οι πιθανότητες έχουν ήδη προβλεφθεί, όποτε δεν χρειάζεται πια κανένας να ταλαιπωρείται με τις αντιφάσεις που αναγεννά διαρκώς η ίδια η ζωή. Ο «ορθόδοξος» δεν εκπλήσσεται και δεν διστάζει, απλά υπακούει. Δεν έχει ανάγκη να εντρυφήσει στα εγκόσμια, απλά τα περιφρονεί. Το αληθινό δόγμα είναι το μαγικό κλειδί για τη λύση όλων των προβλημάτων της εποχής και του κόσμου όλου. Μ’ αυτό ακόμη κι ο πιο ηλίθιος, ο πιο πνευματικά καθυστερημένος μπορεί λύσει και να αρμολογήσει ολόκληρο τον κόσμο χωρίς προσπάθεια και ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε και καθάρισες.

Κάποτε ο Λένιν, λίγο πριν τον θάνατό του, προειδοποιούσε εμφατικά τους συντρόφους του: «Εάν ξεφορτωθείτε όλους τους ευφυείς αλλά ελάχιστα υποταχτικούς ανθρώπους και κρατήσετε μόνο τους υποταχτικούς ηλίθιους, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα φέρετε την καταστροφή στο κόμμα.»[7] Οι σύντροφοί του δεν τον άκουσαν κι έτσι με τα χρόνια τα κομμουνιστικά κόμματα μετατράπηκαν σε μηχανισμούς μαζικής παραγωγής υποταχτικών ηλιθίων. Ιδίως σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας. Ιδανικό περιβάλλον για την επικράτηση μιας άκρως ιδιοτελούς γραφειοκρατικής κάστας που έμαθε να ζει παρασιτικά από το κίνημα και όχι για το κίνημα. Η εξάρτηση από την χρηματοδότηση του αστικού κράτους και τα δάνεια ήταν απλά η λογική συνέπεια. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο αβαντάζ για μια πουλημένη, πλήρως εξαρτημένη ηγεσία, για έναν αλωμένο κομματικό μηχανισμό, από το να διαθέτει υποταχτικούς ηλίθιους για κομματικά μέλη και οπαδούς που διακρίνονται για την θρησκόληπτη σχέση τους με το «Κόμμα».

Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μία και μόνη στρατηγική, που να είναι χρήσιμη κάτω απ’ όλες τις συνθήκες και όλους τους ιστορικούς όρους. Αυτό το γνωρίζει ακόμη κι ο πιο άσχετος με το όλο θέμα. Μιας και ο ίδιος ο στόχος, που, θεωρητικά πάντα, ήταν ανέκαθεν ο σοσιαλισμός για το κίνημα του οποίου τα σύμβολα έχει οικειοποιηθεί η κ. Παπαρήγα, δεν ήταν ποτέ κάτι το έτοιμο, το στατικό, μια έτοιμη συνταγή που μπορεί να φορεθεί στην πραγματικότητα και να λύσει όλα τα χρόνια προβλήματα της ανθρωπότητας.

Ο Λένιν έλεγε: «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ’ έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα»[8] Ποιος είναι ο ένας σκοπός σήμερα, ο άλλος αύριο που βαδίζει το προλεταριάτο στο όνομα του βασικού σκοπού; Πώς θα πρέπει να βαδίσει το προλεταριάτο από τον ένα στον άλλο; Και τι επίδραση έχουν όλα αυτά στον ίδιο τον βασικό σκοπό που δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι ένα «έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα»; Όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της στρατηγικής κι αυτός που αποφασίζει γι’ αυτήν δεν είναι η ηγεσία, ούτε κάποιο σώμα του κόμματος, αλλά η ίδια η διαλεκτική της ζωής που επιβάλλει τους όρους μέσα από τους οποίους οφείλει να προχωρήσει το κίνημα.

Μπορεί να κατανοηθεί αυτή η διαλεκτική της αληθινής ζωής μέσα από έτοιμα σχήματα; Όχι. Απαιτεί την κατάκτηση της επιστήμης της ταξικής πάλης κι αυτό σημαίνει διαρκή αναζήτηση, ανοιχτή κρίση και ανελέητη κριτική, ζύμωση χωρίς κανένα ταμπού, χωρίς κανένα προκάτ, ή προειλλημένο συμπέρασμα, χωρίς άνωθεν ή έξωθεν επιβεβλημένους περιορισμούς. Επιστήμη χωρίς κριτική και διαφωνίες, χωρίς αμφισβήτηση και αντιπαραθέσεις ακόμη και για την ίδια την ουσία και τις αρχές της, δεν μπορεί να υπάρξει. Ιδίως όταν αυτή φιλοδοξεί να ανακαλύψει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της ριζικής ανατροπής των πάντων.

Κι όπως έλεγε ο Μαρξ: «Ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατιά λεωφόρος και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να κουραστούν για να σκαρφαλώσουν στ’ απόκρημνα μονοπάτια της.» Πράγμα που δεν ισχύει για καμιά άλλη επιστήμη, όσο για την επιστήμη της ταξικής πάλης. Και για να κατακτηθούν οι φωτεινές κορυφές της απαιτούν ανήσυχα μυαλά όσο δεν παίρνει, ανεξάρτητες προσωπικότητες που δεν καταδέχονται να σκύψουν το κεφάλι σε κανένα δόγμα, ούτε τρέμουν μπροστά στην διάψευση των ιερών και οσίων τους όπως κάθε τυπικός θρησκόληπτος.

Προσωπικά δεν ανήκω, ούτε ανήκα ποτέ στην κατηγορία των πανηλίθιων οπαδών της κ. Παπαρήγα, ούτε εκείνων των κομματικών που σέρνουν την κοινή λογική και την θεωρία από τον βούρκο μιας εσωκομματικής αντιπαράθεσης ενός «καλού» ΚΚΕ της οργιώδους φαντασίας τους έναντι του «κακού» σημερινού ΚΚΕ, με τους ίδιους ακριβώς όρους που οι ορθόδοξοι μάχονται για το παλιό και το νέο ημερολόγιο μακριά από τα εγκόσμια. Σέβομαι τους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού τόσο ώστε να μην τους μεταχειρίζομαι ως στείρα «τσιτάτα» στα πλαίσια μιας απόκοσμης εσωκομματικής πάλης δίχως αληθινό νόημα, μόνο σε μυημένους και έτη φωτός μακριά από τις αληθινές ανάγκες του κινήματος σήμερα.

(Αποσπάσματα από το άρθρο)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Ελάτε στην Παρέα μας ! Enter your email !

    Μαζί με 85.359 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: